Το όνειρο του σκυλιού
Εξαίφνης ηρπάγη μου εκ της χειρός το βιβλίδιον. Ερμάς, Όρασις β'
Μούχλιαζαν τα ξεροπόταμα κάτω από την καταχνιά
κι άξαφνα ακούαμε τρελές φωνές
έξω από τις σπηλιές μας:
Μη πλησιάζετε το σκυλί την ώρα που θυμάται
θέλει να του αλλάξουμε το όνειρο
καθώς ακούει τα παγωμένα νερά πίσω από τα ξεροπόταμα
και δεν έχουμε άλλη εικόνα
να την κρεμάσουμε εκεί που βλέπει
Πριν από τα νερά έφυγε ο ποιητής
να παίξει το αίμα του στη λίμνη με τους νεκροθήρες
να μείνουν τα βιβλία του λευκά είπε
-Σήκωσε τα παιδιά να τα πιστέψει από βαθιά μυρουδιά
όταν ονειρευτεί τις φλέβες τους
να γλυκαίνουν κάτω από κληματαριές
-Τα πήραν μεγάλες χελώνες
που ξέρουν από ασήκωτα έλη
πιο χαμηλά από το αίμα του ποιητή
μόνο σηκώνονται τη νύχτα
και ρωτούν για τα καράβια του Μιαούλη
-Δέσε την αλυσίδα από τη μεριά που ήταν το σπίτι
κι ένα οικόσιτο πουλί να χτυπά τη φτερούγα
να κρύψει το κενό από κόκαλα βγαλμένο
-Ρίχνει την άλλη άκρη της να βρεί τα χέρια μας
να σμίξει με το άλλο μισό
αλλιώς δε βρίσκει το αίμα του
-Κόψε το νερό της φωνής
όλοι ονειρεύονται στο σκοτάδι
χωρίς ποιητές
και με καφτές βεντούζες στις κοιλιές του
μάζεψε όλο το φόβο όπως το βλαμμένο αίμα
-Πνίγεται σε παλιούς ήχους κι αλυχτά
από αίμα σε αίμα
-Τότε σκότωσε το κάτω από την καταχνιά
στο ίδιο κενό με το αίμα του ποιητή
και τα ασήκωτα έλη των παιδιών
με τις ανάποδες χελώνες
που πλένονται στο γάλα τους να δουν
-Το σκότωσα
-Και πάλι αλυχτά;
-Αλυχτά
-Το σκότωσες την ώρα που θυμόταν
|