ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ΑΡΗΣ


ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ΑΡΗΣ
 More about author: 
First name:  ΑΡΗΣ
Last name:  ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ
Projects: 

Πεζογραφία

  • Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ (Διηγήματα), Κέδρος, 1981 (4η έκδοση)
  • Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη (Διηγήματα), Κέδρος, 1984 (2η έκδοση)
  • Ο τρόμος του κενού (Μυθιστόρημα), Κέδρος, 1990 (5η έκδοση)
  • Η νόσος των κινέζικων εστιατορίων (Διηγήματα), Κέδρος, 1993 (4η έκδοση)
  • Δεν ήξερες... δεν ρώταγες! (Μυθιστόρημα), Κέδρος, 1998 (24η έκδοση), 47η χιλιάδα
  • ΜπέιμπιΣίτινγκ (Μυθιστόρημα), Κέδρος, 2002 (5η έκδοση), 8η χιλιάδα
  • Το περσικό φιλί (Θεατρικό), Κέδρος, 2004
  • Μητροπόλεις, ιστορίες, παράδεισοι (Ταξιδιωτικό), Ελληνικά Γράμματα, 2006 (εξαντλημένο)
  • Μεσάνυχτα στο περιβόλι (Νουβέλα), Εκδόσεις Τόπος, 2007 (εξαντλημένο)
  • Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει (Μυθιστόρημα), Κέδρος, 2008 (6η έκδοση), 10η χιλιάδα
  • Ου μπλέξεις (Μυθιστόρημα), Κέδρος, 2011 (5η έκδοση), 8η χιλιάδα
  • Παντρεμένες (Μυθιστόρημα), Κέδρος, 2013 (4η έκδοση), 6η χιλιάδα
  • Έξοδος (Ιστορικό μυθιστόρημα), Κέδρος, 2016, 3η χιλιάδα
  • Η σκιά του Κυβερνήτη (Ιστορικό μυθιστόρημα), Κέδρος, 2019 (5η έκδοση), 11η χιλιάδα
  • Ο πρίγκιψ του δεύτερου ορόφου (Ιστορικό μυθιστόρημα)  Κέδρος, 2023 (2η έκδοση), 4η χιλιάδα.                                                                                                  

 

Μεταφράσεις

  • Ζαν Κοκτώ, Όπιο, Αιγόκερως 1981
  • Σαλβαντόρ Νταλί, Παρανοϊκο-κριτική, Αιγόκερως 1981
  • ΓκυγιώμΑπολλιναίρ, Οι μαστοί του Τειρεσία, Αιγόκερως 1981
  • Τζ. Ντ. Σάλλιντζερ, Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα, Γράμματα 1982
  • Χ. Τζ. Γουέλς, Η μηχανή που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο, Γράμματα 1982
  • Χ. Τζ. Γουέλς, Ο αόρατος άνθρωπος, Γράμματα 1982
  • Εντγκαρ Αλλαν Πόε, Μη στοιχηματίζεις το κεφάλι σου με το Διάβολο, Αιγόκερως 1983
  • Σακί, Ο ’Αγιος και το τελώνιο, Γράμματα 1983
  • ΈμμαΤέναντ, Αγριες νύχτες, Γράμματα 1984
  • Π. Τσένεϋ, Κάνε φύλλα, μωρό μου, Γράμματα 1985
  • Τζ. Κ. Τσέστερτον, Το σκάνδαλο του πατρός Μπράουν, Γράμματα 1986
  • Τζακ Λόντον, Ο ταξιδιώτης τ' ουρανού, Ζαχαρόπουλος 1986
  • Τζ. Στάιμπεκ, Σε αμφίβολη μάχη, Ζαχαρόπουλος 1987
  • Χ. Μέλβιλλ, Ταϊπί, Ζαχαρόπουλος 1990
  • Πολ Όστερ, Στη χώρα των έσχατων πραγμάτων, Ζαχαρόπουλος 1991
  • Γ. Γκογιέν, Ο Ερμαφρόδιτος, Ζαχαρόπουλος 1992
  • Γ. Γκογιέν, Το σπίτι των αναπνοών, Ζαχαρόπουλος 1993
  • Πολ Όστερ, Λεβιάθαν, Ζαχαρόπουλος 1995
  • Πολ Όστερ, Η μουσική του πεπρωμένου, Ζαχαρόπουλος 1995
  • Κλαρκ Αστον Σμιθ, Η πόλη της τραγουδιστής φλόγας, Αίολος 1995
  • Όλεν Μπάτλερ, Ερωτικοί ψίθυροι, Πατάκης 1995
  • Ντόρις Λέσσινγκ, Αγάπη ξανά, Νέα Σύνορα/ Α.Α. Λιβάνη 1996
  • ΤζόναθανΣάφρανΦόερ, Ιδού Εγώ, Κέδρος 2019 (με Ηρώ Σκάρου)
  • Τζέημς Μπάλαρντ, Super-Cannes, Κέδρος 2021 (με Ηρώ Σκάρου)
  • ΤζόναθανΣάφρανΦόερ, Το κλίμα είμαστε εμείς, Κέδρος 2021 (με Ηρώ Σκάρου)
  • Κάρολος Ντίκενς, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Κέδρος 2022 (με Ηρώ Σκάρου)
  • ΚουέντινΤαραντίνο, Κινηματογραφικοί Στοχασμοί, Ελληνικά Γράμματα 2024 (με Ηρώ Σκάρου)
  • Σατόσι Γιαγκισάβα, Οι μέρες στο βιβλιοπωλείο Μορισάκι, Ελληνικά Γράμματα 2024
  • Τομ Χιντλ, Ο μοιραίος διάπλους, Ελληνικά Γράμματα 2024
  • Εύα Γιούρτσικ,  Εκείνη τη νύχτα στη βιβλιοθήκη, Ελληνικά Γράμματα 2024
  • Τομ Χιντλ, Το φονικό παιχνίδι, Ελληνικά Γράμματα 2025
  • Σατόσι Γιαγκισάβα, Περισσότερες μέρες στο Βιβλιοπωλείο Μορισάκι, Ελληνικά Γράμματα 2025

Address: 

Κασομούλη 73, 117 44 Αθήνα


Date of birth:  1958
Birth place:  Ηράκλειο Κρήτης
Abstract text: 

Απόσπασμα από το βιβλίο Ο πρίγκιψ του δεύτερου ορόφου, Κέδρος, 2023

 

Η πατρίδα πήγαινε κατά διαόλου.

Δεν πρόλαβαν να χώσουν τον Καποδίστρια στο χώμα κι άρχισε νέος εμφύλιος στον τόπο. Πολλοί σκοτώθηκαν, ώσπου τελικά επικράτησε ο Κωλέττης. Ο Αυγουστίνος – ο αδελφός του Κυβερνήτη – αναγκάστηκε να φύγει για την Κέρκυρα. Στο Ναύπλιο, πρωτεύουσα τότε, κυμάτιζε η γαλλική σημαία στα φρούρια. Οι Γάλλοι υποστήριζαν τον Κωλέττη, κι ο Κωλέττης τη Γαλλία.

Λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Καποδίστρια οι τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις άρχισαν να αναζητούν βασιλιά για την Ελλάδα. Κανείς δεν έδειξε πρόθυμος να αναλάβει τον θρόνο – η δολοφονία του Καποδίστρια ήταν νωπή ακόμα κι όλοι δίσταζαν. Πρότεινε τότε ο μονάρχης της Βαυαρίας τον δευτερότοκο γιο του, τον ανήλικο Όθωνα, για το ελληνικό στέμμα. Οι ηγεμόνες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας συμφώνησαν με ανακούφιση. Ουδείς ερώτησε τους Έλληνες.

Ο δικός μου πατέρας με είχε στείλει να σπουδάσω νομικά στο Μόναχο. Καπνέμπορος ήταν στο Ιάσιο κι ήθελε ο γιος του να μορφωθεί και να γίνει σπουδαίος. Εκεί, στο Μόναχο, μια τρέλα νεανική μ’ έκανε να πω στους συμφοιτητές μου ότι είχα αίμα πριγκιπικό – είχα κατά νου έναν θείο μακρινό που κάποτε υπήρξε ηγεμόνας της Βλαχίας – κι απαίτησα να με φωνάζουν πρίγκιπα.

«Τι σόι πρίγκιπας είσαι εσύ;» είπε κοροϊδευτικά ένας Γερμανός σπουδαστής. «Εσύ φοράς το ίδιο τριμμένο πανωφόρι χειμώνα καλοκαίρι. Κι οι μπότες σου έχουν τρυπήσει, καημένε μου!»

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, του έχωσα μια γροθιά στα μούτρα, με απέβαλαν μια βδομάδα από τη σχολή, μα μου έμεινε ο τίτλος: πρίγκιψ! Κάποιοι πρόσθεταν χαμηλόφωνα «...της γυφτιάς», όμως αυτό το τελευταίο έκανα πως δεν το άκουγα.

Στο Ναύπλιο έφτασα το 1831 κι αμέσως βρήκα θέση πρωτοκολλητή στην κυβέρνηση του Καποδίστρια. Ο Κυβερνήτης – που απεχθανόταν τους τίτλους – με φώναζε χλευαστικά «πρίγκιψ», αλλά αυτή τη φορά επειδή φρόντιζα πια επιμελώς την εμφάνισή μου. Είχα καταλάβει εγκαίρως πως τα ρούχα κάνουν τον παπά. Όλα μου τα λεφτά τα ξόδευα σε ενδύματα. Άλλωστε, μόνος ζούσα, οικογένεια δεν είχα φτιάξει, ήμουν μικρός ακόμα – είκοσι ενός ετών ξεμπάρκαρα στο Ανάπλι.

Έμενα στο νοίκι, σ’ ένα κακοδιατηρημένο σπίτι στην άκρη της πόλης. Τα βράδια άκουγα το κύμα να χτυ πάει μονότονα στο μουράγιο. Όταν δεν είχα υπηρεσία στο Πρωτόκολλο – μα είχα συνέχεια, μιας και τα έγγραφα δεν σταματούσαν ποτέ – βολτάριζα πλάι στη θάλασσα κι αγνάντευα το Μπούρτζι. Κάποτε κάποτε νοσταλγούσα την οικογένειά μου στο Ιάσιο κι έγραφα γράμματα στη μάνα, στην αγαπημένη μου αδελφή και πιο αραιά στον πατέρα. Ωστόσο απόφαση να πάω να τους δω δεν έπαιρνα. Δεν ήταν κι εύκολα τα ταξίδια. «Ξενιτεμένε μου...» Έτσι ξεκίναγε τα γράμματά της η μάνα μου.

Καμιά φορά σκάρωνα κανένα ποίημα. Όμως δεν είχα σε ποιον να το διαβάσω. Οι συνάδελφοί μου ήταν χωμένοι με τα μούτρα στους φακέλους. Κι οι δεσποσύνες μόνο την ποίηση του υμέναιου γνώριζαν, κι εγώ δεν ήμουν του γάμου. Η νυφική παστάδα δεν ήταν του χαρακτήρα μου. Η φλόγα της σάρκας μπορούσε να σβήσει και μ’ άλλο τρόπο.

Υπήρχαν στιγμές που αναρωτιόμουν αν έκανα καλά που είχα έρθει στη μικρή Ελλάδα. Γιατί δεν γύρισα στο πατρικό μου; Γιατί δεν έμεινα στο Μόναχο; Γιατί δεν πήγα στο Παρίσι να συνεχίσω τις σπουδές μου; Ίσως επειδή ήθελα να δω από κοντά τι ήταν η πατρίδα, που γι’ αυτή μιλούσαν συνέχεια στην οικογένειά μου. Ίσως επειδή όλοι έλεγαν πως οι σπουδαγμένοι ήταν απαραίτητοι στο νέο κράτος και πως όσοι έρχονταν θα πρόκοβαν γρήγορα κι ανέξοδα. Ίσως... Πάντως ήρθα.

Μετά τον φόνο του Καποδίστρια, ο Ιωάννης Κωλέττης με πήρε υπό την προστασία του. Ήξερα κάτι λίγαγαλλικά, μα περισσότερο νομίζω ότι με συμπάθησε γιατί ήμουν κι εγώ, όπως κι εκείνος, αυτοδημιούργητος. Δεν μ’ έσπρωχνε κανένα τζάκι. Στις φλέβες μου δεν έτρεχε γαλάζιο αίμα. Βέβαια στον Κωλέττη άρεσε να πειράζει τους άλλους, κι αφού είχε ακούσει τον Καποδίστρια να με φωνάζει «πρίγκιψ», το κράτησε κι αυτός με διάθεση περιπαικτική. Πλησίαζε τα εξήντα κι όμως ήταν θαλερός – έμοιαζε μάλιστα με θηρίο, μ’ εκείνη την ψηλή, γεροδεμένη κορμοστασιά του και το χοντρό κεφάλι. Με είχε για άνθρωπο ειδικών αποστολών. «Ηγαπητέ μου πρίγκιψ», έλεγε κρυφογελώντας κάτω από τα παχιά μουστάκια του, «μπορείς να παραδώσεις τούτο το επιστολάριον εις την κυρία Ευμορφοπούλου;» Το μπιλιετάκι ήταν αρωματισμένο. Ο Κωλέττης ήταν μέγας γυναικάς, κι όταν δεν σχεδίαζε κάποια πολιτική πλεκτάνη, σχεδίαζε κάποια φουστανοδουλειά. Ανάμεσα στ’ άλλα, με είχε για γραμματοκομιστή. Το έκανα πρόθυμα.

Κι ενώ τέλειωνε το 1832 κι ο Όθων βραδυπορούσε κι ανέβαλλε διαρκώς την άφιξή του, η κατάσταση στη χώρα εκτραχυνόταν μέρα με τη μέρα. Κυριαρχούσαν οι έριδες, τα πάθη και οι εμφύλιοι σπαραγμοί. Ο πλήρης ευτελισμός της δημόσιας διοίκησης και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής είχαν δημιουργήσει ένα περιβάλλον χάους και αταξίας. Τα τουφέκια βαρούσαν συνέχεια, πιο πολύ σε κάλυκες πατούσε κανείς παρά σε πέτρες.

«Κύριε Κωλέττη», είπα μια μέρα στον προστάτη μου, «σκέφτομαι σοβαρά να φύγω από την Ελλάδα».

Εκείνος γέλασε. «Και πού θα πας, βρε κουτορνίθι; Θα αφήσεις τον γάμο για τα πουρνάρια; Έρχεται ο βασιλεύς, θα του γίνουμε απαραίτητοι, εμείς θα κυβερνάμε. Μη χολοσκάς. Θα καταφθάσουν οι Μπαυαρέζοι και θα βάλουν τάξη με τις ξιφολόγχες. Εμείς θα πίνουμε τον καφέ μας κι αυτοί θα βγάζουν το φίδι από την τρύπα. Θα φτιάξουν και τα οικονομικά του κράτους με το δάνειο που δώσανε οι Δυνάμεις, θα πληρωθείς κι εσύ». Είχα να λάβω μισθό τρεις μήνες.

Κατέβασα το κεφάλι και μουρμούρισα κάτι μέσ’ από τα δόντια.

Με χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Κάνε λίγη υπομονή, ηγαπητέ μου», είπε. «Είναι θέμα χρόνου».

Πράγματι, σε λίγο καιρό μάθαμε ότι ο Όθων, η συνοδεία του κι ο στρατός που είχε συγκεντρωθεί για να τον συνοδεύσει – κάπου τέσσερις χιλιάδες ήτανε – ξεκίνησαν επιτέλους από το Μόναχο.

Για κακή τύχη, ενώ ο ανήλικος βασιλέας μαζί με τους άνδρες της Αντιβασιλείας που θα τον κηδεμόνευαν έπλεαν στα ανοιχτά της Πύλου, ξέσπασαν φασαρίες στο Άργος ανάμεσα σε Έλληνες και Γάλλους στρατιώτες, κι όπως τα νεύρα ήταν τεντωμένα και στις δύο πλευρές, οι νεκροί ξεπέρασαν τους διακόσιους. Η Διοικητική Επιτροπή φοβήθηκε ότι μόλις πληροφορούνταν ο Όθων και η συνοδεία του τούτη τη συμφορά μπορεί και να άλλαζαν γνώμη και να πισωγύριζαν στη Βαυαρία. Σκέφτηκαν λοιπόν οι κυβερνώντες να στείλουν κάποιον στον βασιλιά ώστε να τουαφηγηθεί με ήπια χρώματα το επεισόδιο. Κι επειδή, σε μια στιγμή αμετροέπειας, είχα ισχυριστεί πως γνώριζα προσωπικά τον Όθωνα από την εποχή που σπούδαζα στο Μόναχο – τον είχα δει μια φορά από απόσταση να περπατάει στο πάρκο –, αποφάσισαν να στείλουν εμένα να ενημερώσω τον βασιλιά. Μου ενεχείρισαν μάλιστα επιστολή με την οποία εντελλόμουν να μιλήσω προσωπικά στον άνακτα.

Θεώρησα εξαιρετική εύνοια της τύχης αυτή τη συγκυρία – είχε δίκιο ο Κωλέττης που μου έλεγε να περιμένω – και με την επιστολή στο χέρι έτρεξα στο λιμάνι. Ο στόλος του Όθωνα ήταν αραγμένος στον Αργολικό κόλπο, ωστόσο κανείς δεν είχε ακόμα αποβιβαστεί. Πλησίασα έναν βαρκάρη που έσερνε κάτι δίχτυα στο καΐκι του. «Πόσα θέλεις», ρώτησα, «να με μεταφέρεις ως τον βασιλιά;»

«Εκατόν πενήντα γρόσια», γρύλισε σε άπταιστα αρβανίτικα ο Σπετσιώτης.

«Σύμφωνοι», είπα κι ετοιμάστηκα να πηδήξω στη βάρκα. Ο Σπετσιώτης με σταμάτησε.

«Ε, πού πας;» έκανε τείνοντάς μου την ανοιχτή παλάμη του. «Τα γρόσια πρώτα!»

Τον κοίταξα κεραυνόπληκτος. Οι τσέπες μου ήταν άδειες. «Πάμε τώρα», είπα, «και στην επιστροφή θα σε πληρώσει η κυβέρνηση».

«Η ψωροκώσταινα!» κάγχασε ο βαρκάρης και γύρισε στα δίχτυα του. Άλλη σημασία δεν μου έδωσε.

Στράφηκα τότε σε δυο τρεις άλλους ψαράδες που ήτανεκεί κοντά, αλλά κι εκείνοι, μόλις άκουσαν ότι θα πλήρωνε η κυβέρνηση, μου γύρισαν ειρωνικά την πλάτη. Φουρκίστηκα για την έλλειψη σεβασμού που δείχνανε σε υπάλληλο του κράτους κι έφυγα βρίζοντας.

Επέστρεψα στον προϊστάμενό μου με την ουρά κάτω από τα σκέλια.

«Πώς; Ακόμα εδώ είσαι;» φώναξε μόλις με είδε μπροστά του.

Του εξήγησα πως χωρίς ναύλα δεν υπάρχει αγώι.

«Μα αφού θα πληρώσει η κυβέρνηση!» βρόντηξε ο προϊστάμενος.

«Φαίνεται ότι η κυβέρνηση δεν έχει αξιοπιστία μήτε στους ψαράδες», είπα. «Και αυτοί δεν κάνουν τίποτα τσάμπα». Μου πέρασε τότε μια σκέψη από το μυαλό. «Αφού λέτε ότι θα πληρώσουμε, γιατί δεν μου δίνετε τώρα τα γρόσια για τη βάρκα;»

Ο προϊστάμενος γέλασε σαρκαστικά. «Πόσο καιρό έχεις να πάρεις τον μισθό σου;» ρώτησε. «Τρεις τέσσερις μήνες;»

Άρχισα να υπολογίζω με τα δάχτυλα.

«Μην κοπιάζεις», είπε. «Το ταμείον είναι μείον. Για να πληρωθούμε πρέπει να έρθει το καινούργιο δάνειο. Κι αυτό θα έρθει με τον βασιλιά. Πρέπει λοιπόν να τρέξεις να τον συναντήσεις, μη μας βρει καμιά καινούργια συμφορά».

«Μα πώς;» ψέλλισα και γύρισα επιδεικτικά τις τσέπες μου τα μέσα έξω.

«Τρέχα στον Ζαΐμη και εξήγησέ του την κατάσταση».

Ο Ανδρέας Ζαΐμης ήταν ο πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής. Εκείνος είχε δώσει την εντολή να σπεύσω στο καράβι του Όθωνα. Έφτασα λαχανιασμένος στο σπίτι του. Τον βρήκα να κάθεται σταυροπόδι στον σοφά του και να ρουφάει απαθώς τον ναργιλέ του. Το βλέμμα του ήταν στραμμένο στο παράθυρο. Κάποτε αποφάσισε να με κοιτάξει.

«Γύρισες κιόλας;» μουρμούρισε. «Τι είπε ο βασιλιάς;»

«Να με συγχωρεί η εξοχότης σας», είπα με μια ελαφριά υπόκλιση, «όμως θα γνωρίζετε ασφαλώς πως χωρίς δόλωμα ψάρια δεν πιάνονται».

Ο γερο-Ζαΐμης μόρφασε. «Μη μιλάς σαν τον Κολοκοτρώνη», είπε. «Τι συνέβη;»

«Συνέβη ότι χωρίς χρήματα κανένας βαρκάρης δεν δέχεται να με πάει ως το καράβι του βασιλιά», εξήγησα. Στα χέρια μου έσφιγγα νευρικά την επιστολή που έπρεπε να παραδώσω στον Όθωνα.

«Βρε, που να πάρει ο διάολος!» μούγκρισε ο πρόεδρος και πέταξε πέρα το μαρκούτσι του ναργιλέ. «Πήγαινε γρήγορα να βρεις τον Ζωγράφο. Αυτός μπορεί κάτι να έχει στο ταμείο του».

Ο Κωνσταντίνος Ζωγράφος ήταν υπουργός Στρατιωτικών και υπεύθυνος για τα έσοδα του τελωνείου στο Ναύπλιο.

Έτρεξα στο γραφείο του. Εκείνος αναπήδησε μόλις άκουσε το αίτημά μου κι άρχισε να πηγαινοέρχεται στοδωμάτιο μουρμουρίζοντας. Ένας γραμματικός έβαλε το κεφάλι του από την πόρτα, αλλά αποσύρθηκε βιαστικά σαν είδε το αφεντικό του να βγάζει καπνούς. Κάποια στιγμή ο Ζωγράφος σταμάτησε το σουλάτσο, κάθισε στο τραπέζι του κι έγραψε μια εντολή να πάρω τα χρήματα από τον τελώνη.

Είχα την αίσθηση ότι πήγαινα από τον Άννα στον Καϊάφα. Ευτυχώς, το τελωνείο ήταν κοντά. Οι πολίτες του Ναυπλίου που με έβλεπαν να τρέχω πέρα δώθε σαν νευρόσπαστο θα νόμιζαν πως μου ’χε στρίψει. Για καλή μου τύχη, ο καιρός ήταν αίθριος, κρύο δεν έκανε. Διανύαμε τις Αλκυονίδες μέρες, τέλη Γενάρη.

Στο τελωνείο σαν να ’χε σταματήσει ο χρόνος καθώς ο υπάλληλος του κράτους έπιασε να μου μετράει νευρικά ένα ένα τα γρόσια. Έμοιαζε λες και του αφαιρούσα κομμάτια απ’ το πετσί του. Μου τα έβαλε περίλυπος σ’ ένα σακούλι και με συνόδευσε ως την πόρτα σαν να ήθελε να αποχαιρετήσει για πάντα τον θησαυρό με τον οποίο είχε αποκτήσει σχέση προσωπική.

Στην ακτή ο βαρκάρης μέτρησε τα γρόσια και με βοήθησε να πηδήξω στο καΐκι του.


E-mail:  arisfak@yahoo.gr